Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Θεακρίνος: The 39 steps

Πολλές φορές αναρωτιέμαι που ξεκινά και που τελειώνει η δουλειά του ηθοποιού. Νοουμένου ότι υπάρχει ένα κείμενο, η πλοκή, και ο σκηνοθέτης με την σκηνοθετική γραμμή του. Ακόμα και μερικοί επαγγελματίες ηθοποιοί βρίσκονται σε μια “φιλοσοφική” αναζήτηση της φύσης της δουλειάς τους, και όχι τυχαία. Γιατί όλοι βλέπουμε και κρίνουμε το αποτέλεσμα, μια παράσταση, αλλά η δουλειά του ηθοποιού δεν είναι τόσο το αποτέλεσμα όσο η διαδικασία. Τώρα αν αυτή η διαδικασία είναι επίπονη μερικές φορές είναι άλλο ζήτημα.

Υπό αυτό το πλαίσιο κάποιοι μπορούν να σκεφτούν ότι ο ηθοποιός είναι περιορισμένος, αλλά ευτυχώς υπάρχουν και παραστάσεις σαν και το 39 Steps για να διαψεύδουν κάποιους και να δίνουν ελπίδες σε κάποιους άλλους. Στην παράσταση αυτή η φαντασία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό και συστατικό. Όχι μόνο η φαντασία των ηθοποιών κατά τη διαδικασία αλλά και αυτή του κοινού κατά το... αποτέλεσμα.

Αν και είδαμε όλοι την παράσταση ο κάθε θεατής είδε κάτι διαφορετικό. Κάποιοι θεωρητικοί της λογοτεχνίας λένε πως ένας αναγνώστης ίσον μια ανάγνωση και αυτό θεωρώ πως αντιπροσωπεύει και το θέατρο. Όμως οι “αναγνώσεις” του κοινού στον Διόνυσο δεν είχαν αισθητικές αποκλίσεις, η πρόταση ήταν ξεκάθαρη, οι εικόνες φτιάχτηκαν πρώτα με την φαντασία των ηθοποιών -ο σκηνοθέτης εν προκειμένω άνηκε και στην ομάδα των ηθοποιών- κατά την διάρκεια των προβών και ξαναφτιάχτηκαν με την φαντασία των θεατών κατά την διάρκεια της παράστασης.

Εντυπωσιάστηκα από το κοινό. Κυριακή, 9 το βράδυ και το θέατρο σχεδόν γεμάτο, οι περισσότεροι από αυτούς δουλεύουν αύριο κι όμως είναι στο θέατρο! Τέσσερις νέοι ηθοποιοί, ένα έργο άγνωστο για τους περισσότερους και ένα εισιτήριο 15 ευρώ δεν στάθηκαν εμπόδια στο να γεμίσει το θέατρο. Και έχω να πω πως άξιζε, άξιζε για πολλούς λόγους!

Η μίνιμαλ σκηνογραφικά παράσταση ακολουθεί την δομή της διασκευής του έργου, την οποία -μεγάλη παρένθεση- οφείλουμε στον Πάτρικ Μπάρλοου η οποία με τη σειρά της οφείλεται στην θεατρική ανακατασκευή της ταινίας του Χίτσκοκ που βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του Μπούκαν από τους Σάιμον Κόρμπλ και Νόμπυ Ντίμον. Η διασκευή αυτή έγινε το 2005 και από τότε το έργο γνωρίζει τεράστια επιτυχία ανά το παγκόσμιο. Τα σκηνικά και τα κοστούμια φέρουν τη υπογραφή της Μαρίνας Χατζηλουκά, σκηνογράφος που έχει παρόμοια πείρα από την παράσταση “Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δυο”. Η σκηνογράφος λοιπόν φρόντισε να κάνει την δουλειά των ηθοποιών εύκολη ακολουθώντας και το πνεύμα της παράστασης. Οφείλω να παραδεχτώ πως τα κοστούμια ήταν πιο ενδιαφέροντα όσο τα σκηνικά, αλλά κάποια από αυτά έκλεψαν την παράσταση (βλπ. τζάκι, αεροπλάνο και σάντουιτς).



4 ηθοποιοί -και τι ηθοποιοί- καλούνται να δημιουργήσουν 100 και -εκχέμ- 39 αντικείμενα και χαρακτήρες. Οι τέσσερις ταλαντούχοι ηθοποιοί Μαρίνα Αργυρίδου, Μάριος Μεττής, Νεκτάριος Θεοδώρου και Χριστόδουλος Μαρτάς έδωσαν ψυχή τε και σώματι στο σανίδι. Τονίζω αυτό το και σώματι γιατί ήταν τόση η προσπάθεια που έκαναν αλλά μόνο έτσι κατάφεραν να δώσουν στο έργο ενέργεια και ρυθμό. Όσο προχωρούσε η παράσταση τόσο περισσότερο γελούσες και ενδιαφερόσουν. Και η μουσική έκανε το θαύμα της, πρωτότυπος σχεδιασμός μουσικής από τον Λευτέρη Μουμτζή που έντυσε καλλιτεχνικά την παράσταση.

Ταυτότητα παράστασης:
ΜετάφρασηΣκηνοθεσία: Μάριος Μεττής
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Δημητρίου
ΣκηνικάΚοστούμια: Μαρίνα Χατζηλουκά
Φωτισμοί: Egor Dubensky
Μουσική: Λευτέρης Μουμτζής
Ερμηνεύουν: Χριστόδουλος Μαρτάς, Μαρίνα Αργυρίδου, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Μεττής
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Χρήστος Γιάγκου

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Θεακρίνος: La Belote

Συνήθως όταν γράφω τα... δικά μου ξεκινώ με την υπόθεση του έργου, τον συγγραφέα, με κάτι εξω-κειμενικό, εξω-θεατρικό. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχω να πω προλογικά μιας και το έργο είναι πρωτότυπο. Δεν έχω δει άλλα έργα του Αντώνη Γεωργίου, συγγραφέα του La Belote, και όταν το εν λόγω έργο παρουσιάστηκε σε μορφή αναλογίου στο PLAY δεν έτυχε να το δω. 
 

Και τώρα στο ψητό. Ωμά. Όπως ωμό είναι το κείμενο. Ιδιότητα του κειμένου που μεταφέρθηκε στην σκηνή ως πραγματικότητα... Ναι, αυτή είναι η Κύπρος, ναι, αυτή είναι η κοινωνία και ναι, αυτοί είμαστε εμείς. Μια παρέα συναντιέται για να παίξει χαρτιά, πιλότα συγκεκριμένα, γαλλιστί belote. Ναι, μιλάμε για ένα παιχνίδι χαρτιών που ακούγεται κυπριακό έως και χωριάτικο αλλά τελικά είναι ένα εξευγενισμένο παιχνίδι εξ Ευρώπης, ειδική μνεία στο Παρίσι παρακαλώ.

Ακούγεται “ανάλαφρο” όλο αυτό αλλά δεν είναι. Η παρέα συναντιέται και 12 χρόνια μετά... Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα, αναρωτιέται κανείς. Εδώ, τα τελευταία δυο χρόνια έχουν αλλάξει τόσα πολλά, σκεφτείτε μια ντουζίνα χρόνια πως μας έχουν κάνει. Συνειδητοποίηση. Αν έπρεπε να περιγράψω με μια λέξη την παράσταση, θα έλεγα συνειδητοποίηση. Και θεωρητικά και πρακτικά. Όταν έσπασε η φούσκα του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) ήμουν παιδί, πολύ παιδί, αλλά ξέρω πως αυτή η φούσκα έσπασε τα μούτρα πολλών ανθρώπων ενώ άλλοι την ίδια ώρα έμειναν αλώβητοι και η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Ναι το έργο είναι και πολιτικό. Το 'λεγε ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικό, αλλά τί ξέρουμε εμείς στην Κύπρο για τον Αριστοτέλη; Το έργο είναι επιπλέον φιλοσοφικό, όπως και η πολιτική είναι θέμα φιλοσοφικό. Ποιες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου; Ποια είναι τα όρια του ανθρώπου; Ένας καθηγητής φιλοσοφίας θυμάμαι μας έλεγε πως δεν είναι δουλειά της φιλοσοφίας να απαντά ερωτήματα. Αυτά τα ερωτήματα οφείλουν να μείνουν αναπάντητα. Ποια είναι η λεπτή γραμμή που διαχωρίζει την απληστία από την επιθυμία;

Τότε, με την φούσκα του Χρηματιστηρίου, αλλά και τώρα, με την κρίση και τα μοδάτα κουρέματα, αναρωτιόμαστε όσο ποτέ άλλοτε φιλοσοφικά και εγκλωβιζόμαστε στην παραφιλολογία της κρίσης και των τόσο ειδικών οικονομολόγων -με ή χωρίς Νόμπελ το ίδιο πράγμα. Σήμερα σκεφτόμαστε πως ο άνθρωπος είναι άπληστο ον και ότι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε γιατί φταίμε -άκουσον!- όλοι. Αστείο. Ή τραγικό.

Υπάρχει όμως “η ώρα που σπάζει το πλάσμαν” όπως λέει και στο κείμενο. Αυτή η ώρα ήταν καθοριστική, γιατί σε εκείνη την ώρα γράφτηκε το έργο. Το ευρηματικότατο έργο του Αντώνη Γεωργίου είναι mind-blowing, που λένε και στο χωριό μου. Όλοι είμαστε τελικά εν δυνάμει... άνθρωποι! Τα όνειρα που είχε η γενιά πριν το ΧΑΚ τώρα είναι σκουπίδια, τα όνειρα που έκανε η γενιά μου πριν το κούρεμα είναι και πάλι σκουπιδια. Τίποτα δεν είναι δεδομένο... Και εμείς το μάθαμε με τον σκληρό τρόπο: τα λεφτά δεν είναι δεδομένα. Ούτε οι σχέσεις, ούτε οι φιλίες, ούτε η θάλασσα (βλπ. σκηνικό). Κι όμως, ο μέσος Κύπριος μπορεί να γουστάρει το Παρίσι, όπως ένας χαρακτήρας του έργου, χωρίς καν να πάει! Αλλά για την Κύπρο δεν σκέφτεται έτσι.

Η σκηνοθεσία ήταν ακριβής. Δεν υπήρχε τίποτα μετέωρο, όλα εξηγημένα (μετά ο θεατής θα αναλογιστεί, με παρέα ή μόνος). Εξαιρετική και η χρήση του μήλου, του αρχετυπικού συμβόλου ηθικής, άλλοτε γυαλιστερό και φρέσκο κι άλλοτε σκουληκιασμένο... Τα σκηνικά ήταν εύστοχα. Αυτό το τραπέζι, αυτές τις καρέκλες όλοι τα έχουμε ξαναδεί, αλλά δεν τα είδαμε έτσι. Το χώμα στο πάτωμα και ο τοίχος, που μόνο τοίχος δεν ήταν τελικά, ήταν οι εικαστικές πινελιές που έδωσαν κι άλλο βάθος -στην εικόνα ναι- στο έργο καθεαυτό. Η μουσική χωρίς να υπερβαίνει το μέτρο, χωρίς να ενοχλεί, συγχρονίζει την όραση και την ακοή στην κατανόηση του έργου.

Υποκριτικά τώρα. Κάποιους από τους ηθοποιούς τους έχουμε ξαναδεί, σε κάτι άλλο, σε κάτι παρόμοιο ίσως... αλλά ήταν σαν να τους βλέπαμε σαν ηθοποιούς για πρώτη φορά. Φαντάζομαι αυτό οφείλεται εν μέρει και στον σκηνοθέτη αλλά οι ίδιοι ξέχασαν καλούπια, ξέχασαν τι συνήθιζαν να κάνουν, δεν έδωσαν έμφαση στις αδυναμίες τους και απλώθηκαν στην σκηνή. Μεγάλο κατόρθωμα! Οι ομαδικές σκηνές ήταν άρτια δουλεμένες με την σκηνή αναπαράστασης του τηλεφωνήματος να σε αφήνει με το στόμα ανοικτό.


Μια εξαιρετικά καλή δουλειά! Μπράβο!

Ταυτότητα παράστασης:
Συγγραφέας: Αντώνης Γεωργίου
Σκηνοθεσία: Ευριπίδης Δίκαιος
Σκηνικά / Κοστούμια: Γιώργος Γιάννου
Πρωτότυπη μουσική / Σχεδιασμός ήχου: Γιώργος Κολιάς
Φωτισμοί: Ευριπιδης Δίκαιος

Ερμηνεύουν: Νικόλας Αρκαδίου, Ζαχαρίας Ιορδανίδης, Μάριος Κακουλλή, Χρίστος Κωνσταντινίδης, Μαρία Παπακώστα & Μάριος Στυλιανού

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Γράμμα στην Δ.


Τα πράγματα έχουν ως εξής. Είμαι κουρασμένος ψυχολογικά, την σωματική κούραση να την χέσω. Μακάρι τα προβλήματά μας να 'ταν μόνο σωματικά.

Πάμε σε δουλειές που δεν θέλουμε, σχολές που δεν γουστάρουμε, καφεστιατόρια που δεν μας αρέσουνε... Είμαστε κενοί;

Γιατί δεν κάνουμε την ζωή μας ευκολότερη ήθελα να 'ξερα, έτσι θα 'ταν και οι ζωές των άλλων ευκολότερες. Τώρα μόνο παράπονα, τώρα μόνο προβλήματα, και η ζωή συνεχίζεται...

Αναρωτιόμουν αν η ζωή έχει βαθύτερα νοήματα, αλλά αν δεν βρήκαμε το πιο απλό νόημα, τι να τα κάνω τα βαθύτερα, όχι πες μου!

Άλλος κι εσύ. Δεν μιλάς. Μια μύγα στην μάζα και μπορεί να το χαίρεσαι κιόλας. Όχι δεν θέλω να υποφέρεις, κανείς νοήμων άνθρωπος δεν υποφέρει τυχαία και κανείς νοήμων δεν θέλει τους άλλους να υποφέρουν. Είναι τελικά πολλά τα πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε και ακόμη περισσότερα αυτά που δεν κάνουμε τον κόπο να καταλάβουμε.

Κοίτα, δεν ζητώ κατανόηση, ζητώ να γίνουμε ξανά άνθρωποι... όχι ανθρωπάκια, άνθρωποι...

Το φεγγάρι έφτασε στη μέση τ' ουρανού κι εμείς ακόμα κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα.

Γεια σου αγαπημένε,
ίσως σε μια άλλη πρεμιέρα μιας σκέψης να τα πούμε.

Εγκαρδίως,
Ω.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Θεακρίνος: Το Τρίτο Στεφάνι

Ποιός να μας το λεγε... Το 1963 ένας νεαρός συγγραφέας, μετά τις απανωτές απορρίψεις από εκδοτικούς οίκους, πληρώνει όλα τα έξοδα έκδοσης ενός δικού του έργου. Για τα πρώτα χρόνια κανείς δεν φαίνεται να το συμπάθησε, ούτε κριτικοί, ούτε φιλόλογοι και επομένως ούτε το κοινό. Στα χρόνια της Δικτατορίας όμως αυτό το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία... το 1972 ένας εκδοτικός οίκος αναλαμβάνει την επανέκδοση του. Από τότε ακούστηκε από το ραδιόφωνο, ειδώθηκε από την τηλεόραση και ανέβηκε στο θέατρο, δις στην Ελλάδα. 


Σε λιγότερο από τριακόσιες σελίδες αυτός ο συγγραφέας καταφέρνει να κάνει τόσες υπερβάσεις όσο κανείς άλλος μέχρι τότε (ή και τώρα). Ο Κώστας Ταχτσής είναι ένας από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς λογοτέχνες της Ελλάδας. Το Τρίτο Στεφάνι είναι ένα έργο βαθιά συμβολικό αλλά επί της ουσίας απλό! Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε μερικές από τις υπερβάσεις του για να δούμε αν αυτές ακολουθήθηκαν στο ανέβασμα της παράστασης του έργου.

Ο λόγος. Ο Ταχτσής αποποιείται την δήθεν λογοτεχνικότητα της γλώσσας. Δεν αρέσκεται στην καθαρεύουσα, ακόμα και εμείς σήμερα νομίζουμε ότι με το να χρησιμοποιήσουμε έναν περίπλοκο τύπο ενός ρήματος θεωρούμε ότι ομιλούμεν υψηλώς. Αυτό το ελληνικό... μπαρόκ ο Ταχτσής το χρησιμοποιεί μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις (δικηγόροι, αστυφύλακας κ.ά.). Δεν είναι όμως μόνο οι διάλογοι των ηρώων του στην ομιλουμένη Κοινή αλλά και η αφήγηση. Εδώ είναι το ζουμί της υπόθεσης. Δεν θέλει να “καλλιγραφεί” αλλά ούτε να προχειρολογεί. Η γλώσσα του δεν είναι καθημερινή, δεν είναι απλή απομαγνητοφώνηση.

Το ψυχογράφημα. Έχουν γραφτεί πολλά για αυτό το κομμάτι του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας ήταν βαθιά φιλοσοφημένος και εξηγημένος, ντούρος και τύπος ελεύθερος. Έτσι και οι βασικοί του χαρακτήρες, οι γυναίκες που του χάραξαν την ζωή, η Νίνα και η Εκάβη. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι άνθρωποι που υπήρξαν, όχι αυτοβιογραφικά -και αυτό δεν πρέπει να μας αφορά- αλλά θεωρητικά. Οι “τύποι” ανθρώπων στο μυθιστόρημα αυτό υπάρχουν μέχρι σήμερα, υπάρχουν εκεί έξω, τους έχουμε ξαναδεί, είναι οικείοι.

Τολμηρότητα. Συνδυάζοντας τα όσα έχω γράψει πιο πάνω αναδύεται η τολμηρότητα του Ταχτσή. Ο συγγραφέας ουδέποτε ήθελε να ευχαριστήσει τους φιλολόγους και τους κριτικούς της εποχής του, δεν τον ενδιέφεραν αυτά. Βγαίνει εκτός “κανόνα” και δημιουργεί. Είναι ένας Καλλιτέχνης με κεφαλαίο Κ, κάτι που για την εποχή του δεν ήταν δεδομένο. Τι το γλωσσικό ζήτημα, τι τα εθνικά προβλήματα, τι το ένα τι το άλλο... ο Ταχτσής όμως κάνει Λογοτεχνία, κάνει Τέχνη. Περιγράφει την Ελλάδα μεταπολεμικά, την κοινωνία, την ζωή και ταυτόχρονα την εξιδανικεύει! Απίστευτο. Τολμά και δεν το κοροϊδεύει, παρά το καυστικό του χιούμορ.


Όλα αυτά λήφθηκαν υπόψη κατά τη δημιουργία της παράστασης. Ως προς την δραματοποίηση ακολουθήθηκε πιστά το κείμενο, ο καθημερινός λόγος παρέμεινε ζωντανός. Φυσικά το δεύτερο μέρος ήταν λιγότερο... συναισθηματικό από το πρώτο, το δεύτερο μέρος υστερούσε ως προς τη δομή του αλλά δεν του έλειπαν τα συναισθήματα και οι κορυφώσεις. Ο αφηγηματικός λόγος κράτησε το ενδιαφέρον του κοινού και επέτρεψε στους ηθοποιούς επί σκηνής να δημιουργήσουν κάτι ξεχωριστό. Και το καλύτερο απ' όλα, οι ατμόσφαιρες του έργου.

Τα σκηνικά -αχ αυτή η τεχνολογία- “εμφανίζονταν” μπροστά μας, όπως όταν διαβάζεις το βιβλίο έρχονται και φεύγουν εικόνες στο μυαλό σου. Το κοστούμια συμπλήρωναν το παζλ των εικόνων... Τα φώτα ήταν λες και ήταν φυσικά, λες και δεν υπήρχε ούτε ένας γλόμπος παραπάνω. Η μουσική ήταν παρούσα και φυσούσε, πονούσε, αγαπούσε και ένιωθε. Το σύνολο των ηθοποιών επί σκηνής, οι κινησιολογικές τους συνευρέσεις, έδωσαν βάθος και ουσία. Αξέχαστες οι εικόνες του καραβιού και του συσσιτίου! Σκηνικά, φωτισμοί, μουσική και το σύνολο των ηθοποιών δημιούργησαν ένα μαγνητισμό. Για αυτό μην ανησυχείτε για την διάρκεια, δεν θα το καταλάβετε καν.


Η σκηνοθεσία ήταν ακριβής. Το έργο σκηνοθετικά ήταν διαρθρωμένο σε δυο κόσμους -σύμπαντα- αυτόν της Εκάβης και αυτόν της Νίνας. Κάποτε αυτοί οι κόσμοι συναντώνται, κάποτε αυτοί οι κόσμοι συγκρούονται... Πως θα τα κατάφερνε όμως ο σκηνοθέτης αν δεν είχε δυο άριστες ηθοποιούς; Και όχι μόνο αυτές τις ηθοποιούς αλλά και όλους τους υπόλοιπους που δοκιμάστηκαν, τσαλακώθηκαν και ξεδιπλώθηκαν. Οι άνθρωποι δεν έχουν μόνο μια πλευρά, μας το δείχνουν οι ίδιοι σπάνια, μας το λέει ο Ταχτσής, μας το αποδεικνύει η ζωή. Κανείς δεν είναι καθωσπρέπει πάντα, όλοι έχουμε στιγμές τρέλας... Αυτό που κάνει ο Ταχτσής, να δείχνει την καλή και την κακή πλευρά των ανθρώπων, υπήρξε στη σκηνή. Κανείς δεν είναι ή καλός ή κακός, όλοι είμαστε και καλοί και κακοί, και όλοι έχουμε το δικαίωμα να ξεσπούμε που και που.

Θυμάμαι ακόμα την είσοδο του Ανδρέα Τσέλεπου στη σκηνή, πόσο γεμάτη... επίτηδες, πριν κλείσουν όλα τα φώτα, επίτηδες για να μην καταλάβουμε ποιος είναι, επίτηδες για να καταλάβουμε ότι ο Ταχτσής δεν είναι απλός. Ερμηνευτικά δεν έλειψαν οι εκπλήξεις... η Πολυξένη Σάββα στον ρόλο της υπηρέτριας, η Ερμίνα Κυριαζή ως η κουτσομπόλα πλην τίμια Ντόμνα, η άνετη Ελένη από την Κρίστυ Παπαδοπούλου, η χαμηλών τόνων Πολυξένη, Νιόβη Χαραλάμπους. Έχω ξεχωρίσει τους γυναικείους ρόλους, ίσως λόγω... Ταχτσή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ξεχώρισαν και άνδρες ηθοποιοί της παράστασης. Δεν μπορώ να μιλήσω πολύ για τις δυο πρωταγωνίστριες. Δεν θέλω να μαρτυρήσω τίποτα... Η Στέλα Φυρογένη ήταν τόσο απλή, λιτή, τόσο διαφορετική και ειλικρινής ως Νίνα που δεν χωράνε άλλα λόγια. Και η Αννίτα Σαντοριναίου... μια χειμαρρώδης Εκάβη, μια τεράστια Εκάβη, μια τεράστια Ελληνίδα. Τεράστια!

Θυμάμαι πήγα να δω μια φορά την Φόνισσα του Παπαδιαμάντη στο θέατρο, μόλις τελείωσε είπα “ωχ, έχω πολλές άγνωστες λέξεις, θα το διαβάσω ξανά”. Όταν τελείωσε το Τρίτο Στεφάνι στον ΘΟΚ είπα απλά... “θέλω κι άλλο”. Χωρίς να θέλω να υπερβάλλω, το Τρίτο Στεφάνι είναι μια από τις καλύτερες παραστάσεις του ΘΟΚ και μια από τις καλύτερες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων.

Υπέροχοι. Υπέροχο. Θέατρο.


Ταυτότητα της παράστασης:
Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς
Δραματοποίηση: Σάββας Κυριακίδης
Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου
Κοστούμια: Λάκης Γενεθλής
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Κινησιολογία: Λία Χαράκη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Γεώργιος Κουκουμάς
Μουσική Επιμέλεια/Σύνθεση Ήχων: Γιώργος Κολιάς
Στίχοι τραγουδιού: Θοδωρής Γκόνης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάκης Μεζόπουλος
Βοηθός Σκηνογράφου: Θέλμα Κασουλίδου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Νάταλυ Κυρμίζη
Κομμώσεις/Περούκες: Βίκυ Ευσταθίου

Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης):
Ανδρέας Τσέλεπος, Στέλα Φυρογένη, Ιωάννα Σιαφκάλη, Αντωνία Χαραλάμπους, Ηρόδοτος Μιλτιάδους, Θέα Χριστοδουλίδου, Σώτος Σταυράκης, Δημήτρης Αντωνίου, Ζωή Κυπριανού, Ντίνος Λύρας, Πολυξένη Σάββα, Αννίτα Σαντοριναίου, Λουκάς Ζήκος, Έλενα Δημητρίου, Κύνθια Παυλίδου, Χριστίνα Χριστόφια, Ερμίνα Κυριαζή, Παναγιώτης Λάρκου, Κρίστη Παπαδοπούλου, Νιόβη Χαραλάμπους, Γιώργος Κυριάκου.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Θεακρίνος: Ρινόκερος

Έχουμε μια παραπλανητική εικόνα για το θέατρο του Παραλόγου. Τα έργα του θεάτρου του Παραλόγου, χωρίς να έχω εντρυφήσει αρκετά σ' αυτό, δεν έχουν δεδομένες χωρο-χρονικές συνθήκες αλλά δεν είναι αυτό που τα κάνει “παράλογα”. Οι άνθρωποι σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, πάσχουμε από την ασθένεια της λογικής, γνωστή σε όλους μας... λογική! Θέλουμε όλα να έχουν μια τέλεια, ορθή και αδιάψευστη λογική εξήγηση. Γίναμε πολλαπλά μονοδιάστατοι τύποι... Και η Λογική είναι επιστήμη -πια. Έτσι και στο θέατρο: θέλουμε να κατανοούμε μέχρι αηδίας. Κανείς όμως δεν παραπονέθηκε για τον λόγο του Σωκράτη στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, ρωτώντας πως μπορούμε να ξεχωρίσουμε το θηλυκό και αρσενικό πουλί αφού το πουλί (η λέξη) είναι ουδέτερο. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει με την συζήτηση του επαγγελματία ορθολογιστή και του γηραιού κυρίου, δεν υπάρχει (κα)μια λογική εξήγηση. 


Όταν εμφανίζεται ο πρώτος Ρινόκερος ο Μπερανζέ δηλώνει... περίτρανα ότι σήκωσε σκόνη. Κύπρος. Μετά εμφανίζεται ο δεύτερος, δυσπιστία. Κύπρος. Κάποιοι την είδαν επαναστάτες -με ή χωρίς αιτία δεν έχει λόγο στο πρώτο μέρος του έργου- και προσπαθούν (μάταια;) να προκαλέσουν τους άλλους να ξεσηκωθούν. Κύπρος. Αναβλητικότητα. Κύπρος. Είναι μάταιο να μην κάνει κανείς τις συνδέσεις και αυτό γιατί το έργο ανήκει στην σχολή του Παραλόγου και δυστυχώς -για μας- τείνει να γίνει Κλασικό. Σε μια χώρα που επουλώνει ακόμα από τις πληγές ενός πολέμου, όπως οι πρώην-Ναζιστικές τότε, και οι πρώην-Σοβιετικές τώρα και όπως η Κύπρος του '74 και η Κύπρος του κουρέματος, τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Ο Δεύτερος, κατά κόσμον ο περιβόητος Βήτα, Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο μεγαλύτερος πόλεμος στην Ιστορία του Ανθρωπίνου είδους. Σύμφωνα με κάποιους αυτός ο πόλεμος συνεχίστηκε, όπως ένας σεισμός ακολουθείται από μετασεισμούς. Βεβαίως αναφέρομαι στον Ψυχρό Πόλεμο. Παρένθεση 1: Η εισβολή του '74 πρέπει να θεωρείται έκφανση του Ψυχρού Πολέμου. Όπως και η Παγκόσμια Οικονομική Κρίση, η Κύπρος δεν είναι εξαίρεση του κανόνα και το κούρεμα είναι έκφανση ενός νέου -και πάλι άυλου- πολέμου της νέας γενιάς των νεο-Ρινόκερων, των γκρίζων κυρίων, των Τραπεζιτών (προσοχή, όχι των τραπεζιτικών). Και είναι ένα πράγμα να κατανοείς ένα φαινόμενο σαν τα παραπάνω και είναι πολύ διαφορετικό να το δικαιολογείς. Η κατανόηση μπορεί να οδηγήσει στην αντίσταση, αλλά η δικαιολόγηση ενός φαινόμενου σαν τον φασισμό ή την τραπεζοκρατία οδηγεί το λιγότερο στην ανοχή.

Είναι αδιανόητο εάν κάποιος δεν κάνει τις συγκρίσεις. Η δήλωση του Μπερναζέ, για τον Ρινόκερο, είναι ταυτόχρονα ΑΚΕΛική και Συναγερμική -τραγικότατη ειρωνεία. Οι μεν πρώτοι νομίζουν ότι αποφεύγουν τον κίνδυνο του αναδυόμενου φασισμού με το να τον αγνοούν και οι δεύτεροι, με βασιλιά τον Υπουργό Δικαιοσύνης, να μην βλέπουν καν τις επιθέσεις του ΕΛΑΜ (σ.σ. “Σύμφωνα με την πληροφόρηση που λαμβάνουμε από την Αστυνομία, δεν δύναται να τεκμηριωθεί η σύνδεση οποιασδήποτε οργάνωσης στην Κύπρο με ρατσιστική ή και ξενοφοβική δράση και δεν έχουν εξασφαλιστεί οποιαδήποτε στοιχεία μέχρι σήμερα που να καταδεικνύουν ότι, οι δραστηριότητες οποιασδήποτε οργάνωσης ή κινήματος προωθούν την ξενοφοβία και τον ρατσισμό ή διακατέχονται από άκρατο εθνικισμό” Ιωνάς Νικολάου, 17/09/2013)

Φυσικά όλα αυτά γίνονται στο πλαίσιο ενός και μόνο συστήματος, του Καπιταλισμού, βλπ. εργασιακό περιβάλλον στην δεύτερη πράξη του έργου. Ένας νέος δογματισμός, ο οποίος σε αντίθεση με τα απολυταρχικά καθεστώτα έχει καμουφλαρισμένες ελευθερίες. Οι άνθρωποι σήμερα με τον Καπιταλισμό, ακόμα και σε μια προεδρευόμενη δημοκρατία, δεν είναι παρά μόνο ψήφοι, στατιστικά, ποσοστά, και η Δημοκρατία δεν είναι το αντίθετο της Ολιγαρχίας, αλλά η εξέλιξη της. Στο έργο όπως και στην ιστορία οι Ρινόκεροι ήταν οι περισσότεροι... αλλά αυτός ο κόσμος δεν έχει μόνο Ρινόκερους. “Απλά” οι Ρινόκεροι είναι η επικρατούσα τάση... Οι Ρινόκεροι είναι "προς το παρόν" της... μοδός. Είναι η κανονικότητα.

Ο Ιονέσκο ήταν γεννημένος στην Ρουμανία και μεγαλωμένος στην Γαλλία, και η κανονικότητα του αυτοσχολιάζεται στον μονόλογο του Μπερναζέ για την γλώσσα που μιλά. Βλέπετε στον Ρινόκερο ο Ιονέσκο καταπιάνεται με πολύπλευρα ζητήματα, δεν ασχολείται απλά με τον Φασισμό όπως λανθασμένα διαδίδεται. Παρένθεση 2: Ο Ελύτης μπροστά στον Ιονέσκο φαντάζει σωβινιστής... Ας συγκρίνουν οι μαθητές των σχολείων μας το απόσπασμα του Άξιον εστί του Ελύτη (“Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική”) και τον μονόλογο του Μπερναζέ από τον Ρινόκερο και θα δούμε ποιοι είναι δυνάμει Ρινόκεροι σήμερα. Θαύμασα Ιονέσκο με το έργο, γιατί παρά την τετράγωνη λογική που κουβαλώ κατάφερα να απαρνηθώ τις συμβάσεις και να δω τον ήρωα και τον συγγραφέα. Μπροστά στην αγανάκτηση, μπροστά στην επανάσταση ο ήρωας έχει κάθε δικαίωμα να νιώθει πανικό! Αυτό που δεν έχω καταλάβει είναι αν αυτό το κατάφερε η σκηνοθεσία ή ο ίδιος ο συγγραφέας.

Ο σκηνοθέτης έχει δει το έργο και το έχει μελετήσει, φαίνεται. Έχει εντρυφήσει σε κάθε θεωρητικό υπόβαθρο του κειμένου, ναι. Αλλά μπροστά σε ένα τόσο μεγάλο έργο ίσως να ένιωσε και αυτός πανικό, όπως ο Μπερναζέ (Ανδρέας Τσουρής), όπως ο Ιονέσκο, όπως και εγώ, ο θεατής. Το πρώτο μέρος της παράστασης ήταν, ναι, υποστηριζόμενο από την σκηνοθεσία, το δεύτερο μέρος όχι και τόσο. Ακολουθήθηκε ένας ρεαλιστικός, μη-Ιονεσκικός, τρόπος σκηνοθεσίας στο δεύτερο μέρος με κορύφωση το... “κενό” του φινάλε. Το τέλος δεν με ικανοποίησε καθόλου, γιατί σκηνοθετικά φάνηκε η μη-επιλογή του ήρωα, λες και όλα ήταν προδιαγεγραμμένα. Όσο Ιονεσκικό ήταν το πρώτο μέρος τόσο αναμενόμενο ήταν το δεύτερο...


Αυτή η “κυριολεκτική” σκηνοθεσία ακολουθήθηκε -δυστυχώς;- από ένα κυριολεκτικό σκηνικό... Από την άλλη -ευτυχώς- το σκηνικό δεν εξυπηρέτησε την λογική. Το καφενείο δεν ήταν καφενείο στην δεύτερη και τρίτη πράξη. Οι είσοδοι δεν ήταν πάντα είσοδοι κ.ά. Τα κινούμενα μέρη του σκηνικού και τα κοστούμια από την άλλη ήταν μια εύθυμη νότα παράλογου. Και οι μάσκες θα μπορούσαν να λείπουν... γιατί ο Ρινόκερος δεν είναι παρά μόνο ένα σύμβολο, ο Χίτλερ δεν ήταν γκρίζος, δεν ήταν ζώο, είχε κι αυτός την μορφή ενός “κανονικού” ανθρώπου. Όμως ο σκηνοθέτης το πήρε κυριολεκτικά κι αυτό, έτσι δεν διστάζει να εμφανίσει έναν ολόκληρο Ρινόκερο επί σκηνής με την κυρία Μπεφ (Άννα Γιαγκιώζη) – εξαιρετική στιγμή παρεμπιπτόντως.

Υποκριτικά η σκηνή μεταμόρφωσης του Ντυτάρ (Νεοκλής Νεοκλέους) ήταν πιο γεμάτη -υποκριτικά- και λιγότερο σκηνοθετημένη από την -απογοητευτική- σκηνή της Νταίζη (Μαργαρίτα Ζαχαρίου) ενώ η σκηνή μεταμόρφωσης του Ζαν (Φίλιππος Σοφιανός) ήταν ναι μεν βίαια αλλά με έναν ενδιαφέροντα καλπάζοντα ρυθμό. Ο πανικός του Μπερναζέ (Ανδρέας Τσουρής) στο τέλος ήταν απαλλαγμένος από μανιερισμούς και ειδικά στο φινάλε ο ηθοποιός μας “χάρισε” μια σπάνια ερμηνεία. Κωμικότητα έδωσαν άκοπα ο καθόλου-Γηραιός Βαλεντίνος Κόκκινος, η Άννα Γιαγκιώζη ως κυρία Μπεφ και Καφετζού, η νοικοκυρά... Προκόπης Αγαθοκλέους και η “περαστική” Μιχαέλλα Σιάτη.

Ταυτότητα της παράστασης:
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Χρίστος Σιοπαχάς
Σκηνικά – Κοστούμια: Στέφανος Αθηαινίτης
Μουσική: Ανδρέας Μουστούκης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Σταύρος Τάρταρης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μιχαέλλα Σιάτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Αργύρης Αργυρίδης
Ειδικές Κατασκευές: Χριστόφορος Χρίστου

Εμηνεύουν:
Ανδρέας Τσουρής, Φίλιππος Σοφιανός, Νεοκλής Νεοκλέους, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Προκόπης Αγαθοκλέους, Άννα Γιαγκιώζη, Βαλεντίνος Κόκκινος, Μιχαέλλα Σιάτη.

ΥΓ. Ευχαριστώ την Μαρία Σ. για τις διορθώσεις

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Θεακρίνος: Ο Μικρός Πρίγκιπας

Πολλοί φίλοι μου συχνά μιλούν για τον Μικρό Πρίγκιπα ή αναφέρονται στο βιβλίο προσθέτοντας στις κουβέντες τους -για πρεστίζ- μια ατάκα από αυτό... Όταν όμως μου λένε “Να, σαν εκείνο το σημείο που η αλεπού...” εγώ δηλώνω περίτρανα -χωρίς ντροπή κιόλας- ότι δεν το έχω διαβάσει ποτέ. Πέφτουν από τα σύννεφα και αρχίζουν τα “Όχι μωρέ”, “Ντροπή” και πάει λέγοντας. Ουδέποτε κατάλαβα προς τι η τόση φασαρία γύρω από ένα αλληγορικό παιδικό βιβλίο...

Πριν την παράσταση θέλησα να μάθω περισσότερα για αυτό το περιβόητο βιβλίο. Ήξερα πως είναι από τα πρώτα βιβλία σε πωλήσεις παγκοσμίως, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι, για μένα, από μόνο του. Ένας Γάλλος πιλότος φτάνει την δεκαετία του '40 στην Αμερική, εξορίζεται. Μέσα στην φρίκη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, του μεγαλύτερου πολέμου της Ιστορίας, αυτός ο άνθρωπος γράφει αυτή την νουβέλα.

Έχω μια τάση να εκτιμώ έργα που γράφτηκαν αυτή την περίοδο... Ίσως η ιδέα ο Αντουάν Σαιντ Εξιπερί να γράψει αυτήν την νουβέλα σε μορφή παιδικού παραμυθιού να μην ήταν δική του, αλλά το έκανε. Ο Μικρός Πρίγκιπας είναι μια νουβέλα με... ευαισθησίες. Αυτός ο άνθρωπος δεν έζησε απλά τον πόλεμο, αυτός ο άνθρωπος έζησε την μοναξιά, τον χαμό, την φθορά και την πτώση -κυριολεκτικά και μεταφορικά- και για αυτά έγραψε.

Με την ίδια ευαισθησία προσεγγίστηκε το έργο, ως προς την διασκευή του. Όταν διάβασα την πλοκή του έργου σκέφτηκα πως θα χρειαζόταν πολλούς ηθοποιούς και θα ήταν εφιάλτης για τον σκηνογράφο... αμ δεν! Δεν ακολούθησαν την πεπατημένη οι φίλοι της Alpha Square και White Angel Company και όμως κατάφεραν να ανεβάσουν μια πετυχημένη και τρομερά εύστοχη και πλούσια παράσταση. Απλά σκηνικά, τα οποία η -ενίοτε άτιμη- τεχνολογία ήρθε για να τονώσει, απλά μεν, όμορφα δε video χρωμάτισαν τα σκηνικά και μας ταξίδεψαν σε άλλους πλανήτες. 


Το ταξίδι όμως δεν θα 'ταν το ίδιο χωρίς το πιάνο και τον μουσικό του! Όμορφη μουσική ίσον όμορφο ταξίδι. Η μουσική δεν υπερκάλυψε κάτι, αλλά δεν ήταν μόνο η μουσική... Ήταν και οι τρεις ηθοποιοί. Μόνο τρεις; Και εγώ αυτό σκεφτόμουν, ειδικά όταν ο ένας θα ήταν αναγκαστικά ο Μικρός Πρίγκιπας... αλλά να που το έκαναν και όχι μόνο πέτυχε αλλά ήταν μετρημένο και αισθητικά ωραίο, και επιπλέον δεν νομίζω οι μικροί μας φίλοι να συγχύστηκαν καθόλου. Ο Μικρός Πρίγκιπας (Μαρίνα Αργυρίδου) προσεγμένος από το μαλλί μέχρι το περπάτημά του, με ένα όντως ωραίο γέλιο γνώρισε -ξεχωρίζω εδώ- ένα αστείο λουλούδι και έναν αστείο επιχειρηματία που νομίζει ότι τα αστέρια του ανήκουν (Αλεξία Παρασκευά) και ένα -πάρα πολύ- σαγηνευτικό φίδι και τον αγαπημένο φαναρανάφτη (Μάριο Κωνσταντίνου).

Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το τέλος... Και εδώ βασίζεται η άποψη μου ότι αυτό το βιβλίο είναι ένα αντιπολεμικό-υπαρξιακό καμουφλαρισμένο ως παιδικό. Δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί που διάβασαν τον Μικρό Πρίγκιπα -εκατομμύρια ολόκληρα- καταλαβαίνουν τι συμβολίζει ή τι εννοεί. Αλλά είμαι σίγουρος ότι τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν πολλά περισσότερα από αυτά που νομίζουμε... Αν τα αφήσουμε φυσικά. Ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια, πιθανότατα το ίδιο να έλεγε και ο Σαιντ Εξιπερί την εποχή του, για αυτό αφήστε τα παιδιά να... καταλάβουν. Ίσως το ξαναδιαβάσουν το βιβλίο κάποτε, τότε θα καταλάβουν κι άλλα πράγματα.

Έτσι και τα παιδιά...

Ταυτότητα της παράστασης:
Μετάφραση: Μελίνα Καρακώστα
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος
Σκηνικά – Κοστούμια: Κρίστη Πολυδώρου
Video Animations: Αιμίλιος Αβραάμ
Σύνθεση μουσικής – Μουσικός: Γιάννης Χατζηλοΐζου
Στίχοι τραγουδιών: Σταύρος Σταύρου
Σχεδιασμός φωτισμού: Γρηγόρης Παπαγεωργίου
Κινησιολογία: Μαρία Μέση
Ερμηνεύουν: Μαρίνα Αργυρίδου, Μάριος Κωνσταντίνου, Αλεξία Παρασκευά.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Θεακρίνος: Δωδέκατη νύχτα



Όταν θεατρικά σχήματα ανεβάζουν Σαίξπηρ έχουν την τάση να τον ανεβάζουν σε μπαρόκ ελληνικά, με πολλά στολίδια και απόλυτη σοβαρότητα. Έτσι όμως αρνούνται να αναμετρηθούν με τον ίδιο τον Σαίξπηρ. Θυμάμαι στην ανοικτή συζήτηση μετά την παράσταση του ΘΟΚ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δυο, το κοινό στάθηκε πολύ στο χιούμορ της παράστασης και όλοι συνεχώς ρωτούσαν αν ήταν προσθήκες του σκηνοθέτη ή του μεταφραστή ή αν όντως έτσι είναι το κείμενο. Το σοβαρότερο πρόβλημα του να ανεβάσει κάποιος Σαίξπηρ σήμερα είναι η υπέρμετρη σοβαρότητα που του αποδίδουμε.

Δεν λέω ότι ο Σαίξπηρ έγραφε βλακείες και ούτε αυτό τον κάνει λιγότερο σημαντικό. Ο Σαίξπηρ είναι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του κλασικού θεάτρου αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να τον αποδομήσουμε... Ανέφερα προηγουμένως την παράσταση Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δυο, έργο που κατατάσσεται στις τραγωδίες που έγραψε ο Σαίξπηρ. Αυτός ίσως να ήταν ο προβληματισμός γύρω από το χιούμορ, το ότι κατατάσσεται στις τραγωδίες του, σε κάτι “σοβαρό”. Από την άλλη αν και η Δωδέκατη νύχτα κατατάσσεται στις κωμωδίες ο κόσμος αγνοεί ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με σοβαρά θέματα.

Ξεκινώ από την σκηνοθεσία γιατί η “καινοτομία” της παράστασης βασίζεται σ' αυτή... Η σκηνοθεσία έρχεται να φέρει μια νέα “θεώρηση” για το έργο, απαλλαγμένο από σοβαροφάνεια και θεατρικά κλισέ. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει με το σύνολο των ηθοποιών να σπάσει τα όρια του “ακαδημαϊκού” Σαίξπηρ και μας δείξουν τελικά την άλλη πλευρά του νομίσματος (ή την ίδια αλλά δεν την ξέραμε). Το όραμα της Δωδέκατης Νύχτας στο Υπόγειο του Σατιρικού θεάτρου είναι αυθόρμητο και αυθεντικό, όπως ακριβώς και οι δημιουργοί του.

Η απουσία κοστουμιών εποχής ή “βασιλικών” σκηνικών από μόνα τους τοποθετούν την παράσταση στο σήμερα (ή και όχι) και μας φέρνουν πιο κοντά στην θεατρική σύμβαση -και παίζοντας με άλλες συμβάσεις (βλπ. έναρξη) το δεδομένο είναι ότι βλέπουμε θέατρο. Η Δωδέκατη νύχτα είναι μια κωμωδία παρεξηγήσεων, και οι παρεξηγήσεις αυτές βασίζονται στις μεταμφιέσεις των ηρώων της, όπως ακριβώς και το θέατρο -πολύ χονδρικά- βασίζεται στην μεταμφίεση. Η παράσταση είχε δόσεις φαντασίας και φρεσκάδας χωρίς φειδώ και για αυτόν τον λόγο η παρεξήγηση... πέτυχε.

Είμαστε κάπου μεταξύ αυτού του κόσμου και ενός φανταστικού και τι μπορεί να βοηθήσει περισσότερο να αναδειχθεί αυτό από το θέατρο το ίδιο; Βρισκόμαστε ή όχι στην Ιλλυρία; Βρισκόμαστε ή όχι στο υπόγειο του Σατιρικού; Υπήρξαν στιγμές, ειδικά οι στιγμές που όλοι οι ερμηνευτές ήταν επί σκηνής, οι οποίες εικαστικά ήταν έξοχες, αναφέρω χαρακτηριστικά την έναρξη με την φουρτούνα.

Η ομάδα των 15 ηθοποιών επί σκηνής έχει δουλέψει σκληρά και αυτό φαίνεται. Κανείς δεν ξεχωρίζει ερμηνευτικά παρά μόνο ο Φέστε (Αθηνά Σάββα), ο οποίος σαν σαλτιμπάγκος φέρνει όλο το θεωρητικό υπόβαθρο (ερωτήματα όπως αυτά της προηγούμενης παραγράφου) επί σκηνής. Και παρά την περιπλοκότητα του έργου καταφέρνουν να μας δώσουν όλα τα θέματα του έργου: το love story, την μεταμφίεση, τα ζητήματα φύλου, την -σεξουαλική- έλξη, τον έρωτα, χωρίς βέβαια να ξεχάσουν το πιο βασικό: ότι κάνουμε θέατρο και πως κάνουμε θέατρο. Συγχαρητήρια σε όλους!

Ταυτότητα της παράστασης:
Σκηνοθεσία: Λέανδρος Ταλιώτης
Ιδέα Σκηνικού: Λέανδρος Ταλιώτης, Χάρης Καυκαρίδης
Μουσική: Γιώργος Κολιάς
Ενδυματολογία – Κατασκευές: Άνδρια Ευαγόρου
Μακιγιάζ: Γιώργος Βαβανός
Κομμώσεις: Μάριος Νεοφύτου
Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί:
Ανδρέας Σιαμαρής, Γρηγόρης Πετρή, Ήβη Νικολαΐδου, Ανδρέας Καρούμπας, Κωνσταντίνα Μενοίκου, Μαριλένα Ιωάννου, Πάνος Ζαμπακκίδης, Αθηνά Σάββα, Τερέζα Ευριπίδου, Ειρήνη Κογκορόζη, Άνδρια Ευαγόρου, Λήδα Καραγιάννη, Πωλίνα Ματθαίου, Ειρήνη Καραγιώργη, Μαρία Ζίττη, Ιφιγένεια Αβραάμ