Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Θεακρίνος: Το Τρίτο Στεφάνι

Ποιός να μας το λεγε... Το 1963 ένας νεαρός συγγραφέας, μετά τις απανωτές απορρίψεις από εκδοτικούς οίκους, πληρώνει όλα τα έξοδα έκδοσης ενός δικού του έργου. Για τα πρώτα χρόνια κανείς δεν φαίνεται να το συμπάθησε, ούτε κριτικοί, ούτε φιλόλογοι και επομένως ούτε το κοινό. Στα χρόνια της Δικτατορίας όμως αυτό το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία... το 1972 ένας εκδοτικός οίκος αναλαμβάνει την επανέκδοση του. Από τότε ακούστηκε από το ραδιόφωνο, ειδώθηκε από την τηλεόραση και ανέβηκε στο θέατρο, δις στην Ελλάδα. 


Σε λιγότερο από τριακόσιες σελίδες αυτός ο συγγραφέας καταφέρνει να κάνει τόσες υπερβάσεις όσο κανείς άλλος μέχρι τότε (ή και τώρα). Ο Κώστας Ταχτσής είναι ένας από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς λογοτέχνες της Ελλάδας. Το Τρίτο Στεφάνι είναι ένα έργο βαθιά συμβολικό αλλά επί της ουσίας απλό! Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε μερικές από τις υπερβάσεις του για να δούμε αν αυτές ακολουθήθηκαν στο ανέβασμα της παράστασης του έργου.

Ο λόγος. Ο Ταχτσής αποποιείται την δήθεν λογοτεχνικότητα της γλώσσας. Δεν αρέσκεται στην καθαρεύουσα, ακόμα και εμείς σήμερα νομίζουμε ότι με το να χρησιμοποιήσουμε έναν περίπλοκο τύπο ενός ρήματος θεωρούμε ότι ομιλούμεν υψηλώς. Αυτό το ελληνικό... μπαρόκ ο Ταχτσής το χρησιμοποιεί μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις (δικηγόροι, αστυφύλακας κ.ά.). Δεν είναι όμως μόνο οι διάλογοι των ηρώων του στην ομιλουμένη Κοινή αλλά και η αφήγηση. Εδώ είναι το ζουμί της υπόθεσης. Δεν θέλει να “καλλιγραφεί” αλλά ούτε να προχειρολογεί. Η γλώσσα του δεν είναι καθημερινή, δεν είναι απλή απομαγνητοφώνηση.

Το ψυχογράφημα. Έχουν γραφτεί πολλά για αυτό το κομμάτι του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας ήταν βαθιά φιλοσοφημένος και εξηγημένος, ντούρος και τύπος ελεύθερος. Έτσι και οι βασικοί του χαρακτήρες, οι γυναίκες που του χάραξαν την ζωή, η Νίνα και η Εκάβη. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι άνθρωποι που υπήρξαν, όχι αυτοβιογραφικά -και αυτό δεν πρέπει να μας αφορά- αλλά θεωρητικά. Οι “τύποι” ανθρώπων στο μυθιστόρημα αυτό υπάρχουν μέχρι σήμερα, υπάρχουν εκεί έξω, τους έχουμε ξαναδεί, είναι οικείοι.

Τολμηρότητα. Συνδυάζοντας τα όσα έχω γράψει πιο πάνω αναδύεται η τολμηρότητα του Ταχτσή. Ο συγγραφέας ουδέποτε ήθελε να ευχαριστήσει τους φιλολόγους και τους κριτικούς της εποχής του, δεν τον ενδιέφεραν αυτά. Βγαίνει εκτός “κανόνα” και δημιουργεί. Είναι ένας Καλλιτέχνης με κεφαλαίο Κ, κάτι που για την εποχή του δεν ήταν δεδομένο. Τι το γλωσσικό ζήτημα, τι τα εθνικά προβλήματα, τι το ένα τι το άλλο... ο Ταχτσής όμως κάνει Λογοτεχνία, κάνει Τέχνη. Περιγράφει την Ελλάδα μεταπολεμικά, την κοινωνία, την ζωή και ταυτόχρονα την εξιδανικεύει! Απίστευτο. Τολμά και δεν το κοροϊδεύει, παρά το καυστικό του χιούμορ.


Όλα αυτά λήφθηκαν υπόψη κατά τη δημιουργία της παράστασης. Ως προς την δραματοποίηση ακολουθήθηκε πιστά το κείμενο, ο καθημερινός λόγος παρέμεινε ζωντανός. Φυσικά το δεύτερο μέρος ήταν λιγότερο... συναισθηματικό από το πρώτο, το δεύτερο μέρος υστερούσε ως προς τη δομή του αλλά δεν του έλειπαν τα συναισθήματα και οι κορυφώσεις. Ο αφηγηματικός λόγος κράτησε το ενδιαφέρον του κοινού και επέτρεψε στους ηθοποιούς επί σκηνής να δημιουργήσουν κάτι ξεχωριστό. Και το καλύτερο απ' όλα, οι ατμόσφαιρες του έργου.

Τα σκηνικά -αχ αυτή η τεχνολογία- “εμφανίζονταν” μπροστά μας, όπως όταν διαβάζεις το βιβλίο έρχονται και φεύγουν εικόνες στο μυαλό σου. Το κοστούμια συμπλήρωναν το παζλ των εικόνων... Τα φώτα ήταν λες και ήταν φυσικά, λες και δεν υπήρχε ούτε ένας γλόμπος παραπάνω. Η μουσική ήταν παρούσα και φυσούσε, πονούσε, αγαπούσε και ένιωθε. Το σύνολο των ηθοποιών επί σκηνής, οι κινησιολογικές τους συνευρέσεις, έδωσαν βάθος και ουσία. Αξέχαστες οι εικόνες του καραβιού και του συσσιτίου! Σκηνικά, φωτισμοί, μουσική και το σύνολο των ηθοποιών δημιούργησαν ένα μαγνητισμό. Για αυτό μην ανησυχείτε για την διάρκεια, δεν θα το καταλάβετε καν.


Η σκηνοθεσία ήταν ακριβής. Το έργο σκηνοθετικά ήταν διαρθρωμένο σε δυο κόσμους -σύμπαντα- αυτόν της Εκάβης και αυτόν της Νίνας. Κάποτε αυτοί οι κόσμοι συναντώνται, κάποτε αυτοί οι κόσμοι συγκρούονται... Πως θα τα κατάφερνε όμως ο σκηνοθέτης αν δεν είχε δυο άριστες ηθοποιούς; Και όχι μόνο αυτές τις ηθοποιούς αλλά και όλους τους υπόλοιπους που δοκιμάστηκαν, τσαλακώθηκαν και ξεδιπλώθηκαν. Οι άνθρωποι δεν έχουν μόνο μια πλευρά, μας το δείχνουν οι ίδιοι σπάνια, μας το λέει ο Ταχτσής, μας το αποδεικνύει η ζωή. Κανείς δεν είναι καθωσπρέπει πάντα, όλοι έχουμε στιγμές τρέλας... Αυτό που κάνει ο Ταχτσής, να δείχνει την καλή και την κακή πλευρά των ανθρώπων, υπήρξε στη σκηνή. Κανείς δεν είναι ή καλός ή κακός, όλοι είμαστε και καλοί και κακοί, και όλοι έχουμε το δικαίωμα να ξεσπούμε που και που.

Θυμάμαι ακόμα την είσοδο του Ανδρέα Τσέλεπου στη σκηνή, πόσο γεμάτη... επίτηδες, πριν κλείσουν όλα τα φώτα, επίτηδες για να μην καταλάβουμε ποιος είναι, επίτηδες για να καταλάβουμε ότι ο Ταχτσής δεν είναι απλός. Ερμηνευτικά δεν έλειψαν οι εκπλήξεις... η Πολυξένη Σάββα στον ρόλο της υπηρέτριας, η Ερμίνα Κυριαζή ως η κουτσομπόλα πλην τίμια Ντόμνα, η άνετη Ελένη από την Κρίστυ Παπαδοπούλου, η χαμηλών τόνων Πολυξένη, Νιόβη Χαραλάμπους. Έχω ξεχωρίσει τους γυναικείους ρόλους, ίσως λόγω... Ταχτσή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ξεχώρισαν και άνδρες ηθοποιοί της παράστασης. Δεν μπορώ να μιλήσω πολύ για τις δυο πρωταγωνίστριες. Δεν θέλω να μαρτυρήσω τίποτα... Η Στέλα Φυρογένη ήταν τόσο απλή, λιτή, τόσο διαφορετική και ειλικρινής ως Νίνα που δεν χωράνε άλλα λόγια. Και η Αννίτα Σαντοριναίου... μια χειμαρρώδης Εκάβη, μια τεράστια Εκάβη, μια τεράστια Ελληνίδα. Τεράστια!

Θυμάμαι πήγα να δω μια φορά την Φόνισσα του Παπαδιαμάντη στο θέατρο, μόλις τελείωσε είπα “ωχ, έχω πολλές άγνωστες λέξεις, θα το διαβάσω ξανά”. Όταν τελείωσε το Τρίτο Στεφάνι στον ΘΟΚ είπα απλά... “θέλω κι άλλο”. Χωρίς να θέλω να υπερβάλλω, το Τρίτο Στεφάνι είναι μια από τις καλύτερες παραστάσεις του ΘΟΚ και μια από τις καλύτερες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων.

Υπέροχοι. Υπέροχο. Θέατρο.


Ταυτότητα της παράστασης:
Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς
Δραματοποίηση: Σάββας Κυριακίδης
Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου
Κοστούμια: Λάκης Γενεθλής
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Κινησιολογία: Λία Χαράκη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Γεώργιος Κουκουμάς
Μουσική Επιμέλεια/Σύνθεση Ήχων: Γιώργος Κολιάς
Στίχοι τραγουδιού: Θοδωρής Γκόνης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάκης Μεζόπουλος
Βοηθός Σκηνογράφου: Θέλμα Κασουλίδου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Νάταλυ Κυρμίζη
Κομμώσεις/Περούκες: Βίκυ Ευσταθίου

Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης):
Ανδρέας Τσέλεπος, Στέλα Φυρογένη, Ιωάννα Σιαφκάλη, Αντωνία Χαραλάμπους, Ηρόδοτος Μιλτιάδους, Θέα Χριστοδουλίδου, Σώτος Σταυράκης, Δημήτρης Αντωνίου, Ζωή Κυπριανού, Ντίνος Λύρας, Πολυξένη Σάββα, Αννίτα Σαντοριναίου, Λουκάς Ζήκος, Έλενα Δημητρίου, Κύνθια Παυλίδου, Χριστίνα Χριστόφια, Ερμίνα Κυριαζή, Παναγιώτης Λάρκου, Κρίστη Παπαδοπούλου, Νιόβη Χαραλάμπους, Γιώργος Κυριάκου.

1 σχόλιο:

  1. Δεν έχω λόγια για το έργο, δεν το έχω δει άλλωστε. Είδα τη μεταφορά του στην τηλεόραση, ένα θα πω, μαγεύτηκα, Νένα Μεντή, Λήδα Πρωτοψάλτη.. άξιζε ο χρόνος που αφιέρωσα και μπορώ να πω ότι θα την ξανάβλεπα.. Καλό ΣΚ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή